|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο Chinese παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: takeout
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Chinese adj | (of, from China) | κινέζικος, κινεζικός επίθ | | | That antique vase is Chinese. | | | Εκείνο το βάζο αντίκα είναι κινέζικο. | | Chinese adj | (in a style from China) | κινέζικος επίθ | | | Helen wore a Chinese dress to the party. | | | Η Έλεν φόρεσε ένα κινέζικο φόρεμα στο πάρτυ. | | Chinese n | uncountable (language) | κινέζικα επίθ ως ουσ ουδ πλ | | | Julia speaks Chinese and French. | | | Η Τζούλια μιλά κινέζικα και γαλλικά. | | Chinese n | dated (native of China) | Κινέζος, Κινέζα ουσ αρσ, ουσ θηλ | | the Chinese npl | (people of China) | οι Κινέζοι άρθ ορ + ουσ αρσ πλ | | | The Chinese are very proud of their country's long history. | | | Οι Κινέζοι είναι πολύ υπερήφανοι για τη μακρά ιστορία της χώρας τους. | | Chinese n | UK, countable, informal (Asian takeaway meal) (φαγητό) | κινέζικο επίθ ως ουσ ουδ | | | Let's get a Chinese tonight. | | | Ας πάρουμε κινέζικο απόψε. | | Chinese n | US, uncountable, informal (Asian takeaway food) | ασιατικό επίθ ως ουσ ουδ | | | Let's get Chinese tonight. |
|
|